πλερώνω
•
- λαϊκότροποκαταβάλλω χρήματα, πληρώνω Βικιλεξικό
- Θα πλερώσεις τώρα το εισιτήριό σου, ή θα φωνάξω τον αστυφύλακα. (Δημήτρης Ψαθάς (1939) Μαντάμ Σουσού [μυθιστόρημα])
- λαϊκότροποανταποδίδω, ξεπληρώνω Βικιλεξικό
- Ο Θεός να της το πλερώσει το κακό που μου 'κανε, φωτιά να τήνε κάψει κι άδικη ώρα να την βρει... (Λιλή Ιακωβίδου Λίγες σταλαγματιές αίμα... [διήγημα])
Ετυμολογία
πλερώνω < πληρώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλερώνω | πλερώνεις | πλερώνει | πλερώνουμε | πλερώνετε | πλερώνουν / πλερώνουνε |
| Παρατατικός | πλέρωνα | πλέρωνες | πλέρωνε | πλερώναμε | πλερώνατε | πλέρωναν / πλερώναν / πλερώνανε |
| Αόριστος | πλέρωσα | πλέρωσες | πλέρωσε | πλερώσαμε | πλερώσατε | πλέρωσαν / πλερώσαν / πλερώσανε |
| Μέλλοντας | θα πλερώνω / θα πλερώσω | θα πλερώνεις / θα πλερώσεις | θα πλερώνει / θα πλερώσει | θα πλερώνουμε / θα πλερώσουμε | θα πλερώνετε / θα πλερώσετε | θα πλερώνουν / θα πλερώνουνε / θα πλερώσουν / θα πλερώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλερώσει | έχεις πλερώσει | έχει πλερώσει | έχουμε πλερώσει | έχετε πλερώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλερώσει | είχες πλερώσει | είχε πλερώσει | είχαμε πλερώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλερώσει / να πλερώνω / να πλερώσω | να έχεις πλερώσει / να πλερώνεις / να πλερώσεις | να έχει πλερώσει / να πλερώνει / να πλερώσει | να έχουμε πλερώσει / να πλερώνουμε / να πλερώσουμε | να έχετε πλερώσει / να πλερώνετε / να πλερώσετε | να πλερώνουν / να πλερώνουνε / να πλερώσουν / να πλερώσουνε |
| Προστακτική | — | πλέρωνε / πλέρωσε | — | — | πλερώνετε / πλερώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →