πληρώνω
•
- καταβάλλω χρήματα ως αμοιβή σε έναν εργαζόμενο ή για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ή την εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων Βικιλεξικό
- μεταφορικάδίνω το αντάλλαγμα για κάτι που απέκτησα Βικιλεξικό
- πλήρωσε την επιτυχία του στις εξετάσεις πολύ ακριβά: έπαθε υπερκόπωση και έκανε μήνες να συνέλθει
- υφίσταμαι τις συνέπειες των (κακών) πράξεών μου Βικιλεξικό
- θα μου το πληρώσεις ακριβά αυτό που μου έκανες (θα σε εκδικηθώ)
- ανταποδίδω κάτι καλό ή κακό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πληρώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πληρώνω < αρχαία ελληνική πληρ(όω) (γεμίζω, ξεπληρώνω) + -ώνω. Η σύγχρονη σημασία, ελληνιστική.
Άλλοι τύποι
πλήρωσαπληρωμένοςπληρώθηκαπληρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →