Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πληβείος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιστορίαπολίτης της κατώτερης κοινωνικής τάξης Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηάτομο των κατώτερων κοινωνικών τάξεων Βικιλεξικό
    • Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρόνος και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με μια λέξη, καταπιεστής και καταπιεζόμενος, βρίσκονταν σε ακατάπαυστη αντίθεση μεταξύ τους, έκαναν αδιάκοπο αγώνα, πότε καλυμμένο, πότε ανοιχτό (Καρλ Μαρξ - Φρ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος/Κεφάλαιο 1: Αστοί και Προλετάριοι)

Ετυμολογία

πληβείος < ελληνιστική κοινή πληβεῖος < λατινική plebeius < plebs / plebes

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπληβείοςπληβείοι
Γενικήπληβείουπληβείων
Αιτιατικήπληβείοπληβείους
Κλητικήπληβείεπληβείοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →