Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτωχός

/ftoˈxos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που είναι φτωχός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φτωχός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φτωχός < πτωχός με ανομοίωση άρθρωσης [pt] > [ft]< (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πτωχός (ζητιάνος) :* και (ουσιαστικοποιημένο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφτωχή / φτωχιά / φτωχός / φτωχόφτωχές / φτωχοί / φτωχά
Γενικήφτωχής / φτωχιάς / φτωχού / φτωχούφτωχών / φτωχών / φτωχών
Αιτιατικήφτωχή / φτωχιά / φτωχό / φτωχόφτωχές / φτωχούς / φτωχά
Κλητικήφτωχή / φτωχιά / φτωχέ / φτωχόφτωχές / φτωχοί / φτωχά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

φτωχός

/ftoˈxos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση, που δε διαθέτει χρήματα ούτε για τα απαραίτητα Βικιλεξικό
    • Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. που είναι πολύ ταλαιπωρημένος και δυστυχής ή που υστερεί σημαντικά σε κάποιον τομέα, χωρίς αναγκαστικά να βρίσκεται και σε δεινή οικονομική κατάσταση Βικιλεξικό
    • Τι να σου κάμει κι αυτός, ο φτωχός, αφού από τότε που έχασε τη γυναίκα του τρέχει και δε φτάνει με τέσσερα παιδιά.
    • Μωρέ λεφτά έχει ένα σωρό -στο μυαλό είναι φτωχός!
  3. μόνοευτελής (για αντικείμενα) ή του τσιγγούνικος (για εκδηλώσεις) Βικιλεξικό
    • Φτωχή διοργάνωση, βρε παιδί μου. Μέτριος ο μπουφές, δεν είχαν ούτε καν λίγη ζωντανή μουσική και έδιναν την εντύπωση ότι κανείς δε συντόνιζε το παραμικρό.
    • δε στέλνεις σε γάμο τόσο φτωχό δώρο

Ετυμολογία

φτωχός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φτωχός < πτωχός με ανομοίωση άρθρωσης [pt] > [ft]< (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πτωχός (ζητιάνος) :* και (ουσιαστικοποιημένο)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφτωχόςφτωχή / φτωχιάφτωχό
Γενικήφτωχούφτωχής / φτωχιάςφτωχού
Αιτιατικήφτωχόφτωχή / φτωχιάφτωχό
Κλητικήφτωχέφτωχή / φτωχιάφτωχό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφτωχοίφτωχέςφτωχά
Γενικήφτωχώνφτωχώνφτωχών
Αιτιατικήφτωχούςφτωχέςφτωχά
Κλητικήφτωχοίφτωχέςφτωχά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →