πληθωρισμός
•
- η εμφάνιση ενός ασυνήθιστα μεγάλου αριθμού κάποιων πραγμάτων, πέρα απ’ αυτό που θεωρείται «κανονικό» Βικιλεξικό
- οικονομίαη μείωση της αγοραστικής αξίας του χρήματος, ως αποτέλεσμα της αύξησης των τιμών σε μια σειρά καταναλωτικών αγαθών, υπηρεσιών Βικιλεξικό
- οικονομίαο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή, ο δομικός πληθωρισμός Βικιλεξικό
- φυσικήη εξαιρετικά ταχεία διόγκωση του χωροχρόνου αμέσως μετά την Μεγάλη Έκρηξη Βικιλεξικό
- Οι κοσμολόγοι όμως έχουν προβλέψει ότι ο πληθωρισμός, δηλαδή η απότομη διόγκωση του χωροχρόνου που ξεκίνησε 10⁻³⁴ δευτερόλεπτα μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, ουσιαστικά τέντωσε τα βαρυτικά κύματα και αύξησε το μήκος κύματος σε μετρήσιμα μεγέθη. (* εφημερίδα Το Βήμα)
Ετυμολογία
πληθωρισμός < πληθωρ(ικό) + -ισμός, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική inflation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πληθωρισμός | πληθωρισμοί |
| Γενική | πληθωρισμού | πληθωρισμών |
| Αιτιατική | πληθωρισμό | πληθωρισμούς |
| Κλητική | πληθωρισμέ | πληθωρισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →