Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πληθωρισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η εμφάνιση ενός ασυνήθιστα μεγάλου αριθμού κάποιων πραγμάτων, πέρα απ’ αυτό που θεωρείται «κανονικό» Βικιλεξικό
  2. οικονομίαη μείωση της αγοραστικής αξίας του χρήματος, ως αποτέλεσμα της αύξησης των τιμών σε μια σειρά καταναλωτικών αγαθών, υπηρεσιών Βικιλεξικό
  3. οικονομίαο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή, ο δομικός πληθωρισμός Βικιλεξικό
  4. φυσικήη εξαιρετικά ταχεία διόγκωση του χωροχρόνου αμέσως μετά την Μεγάλη Έκρηξη Βικιλεξικό
    • Οι κοσμολόγοι όμως έχουν προβλέψει ότι ο πληθωρισμός, δηλαδή η απότομη διόγκωση του χωροχρόνου που ξεκίνησε 10⁻³⁴ δευτερόλεπτα μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, ουσιαστικά τέντωσε τα βαρυτικά κύματα και αύξησε το μήκος κύματος σε μετρήσιμα μεγέθη. (* εφημερίδα Το Βήμα)

Ετυμολογία

πληθωρισμός < πληθωρ(ικό) + -ισμός, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική inflation

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπληθωρισμόςπληθωρισμοί
Γενικήπληθωρισμούπληθωρισμών
Αιτιατικήπληθωρισμόπληθωρισμούς
Κλητικήπληθωρισμέπληθωρισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →