Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πληκτρολόγηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πληροφορικήη χρήση του πληκτρολογίου για την εισαγωγή στοιχείων (κυρίως κειμένου) σε υπολογιστικό σύστημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πληκτρολόγηση (νεολογισμός) < (πληκτρολογώ) πληκτρολογη- + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε πλήκτρ(ο) + -ο- + -λόγηση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπληκτρολόγησηπληκτρολογήσεις
Γενικήπληκτρολόγησηςπληκτρολογήσεων
Αιτιατικήπληκτρολόγησηπληκτρολογήσεις
Κλητικήπληκτρολόγησηπληκτρολογήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →