πληκτρολόγηση
•
- πληροφορικήη χρήση του πληκτρολογίου για την εισαγωγή στοιχείων (κυρίως κειμένου) σε υπολογιστικό σύστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πληκτρολόγηση (νεολογισμός) < (πληκτρολογώ) πληκτρολογη- + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε πλήκτρ(ο) + -ο- + -λόγηση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πληκτρολόγηση | πληκτρολογήσεις |
| Γενική | πληκτρολόγησης | πληκτρολογήσεων |
| Αιτιατική | πληκτρολόγηση | πληκτρολογήσεις |
| Κλητική | πληκτρολόγηση | πληκτρολογήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →