πληκτρολόγιο
•
- συσκευήο αριθμός πλήκτρων, με γράμματα, αριθμούς ή άλλα σύμβολα πάνω τους, που είναι τοποθετημένα κατά έναν ορισμένο τρόπο, ώστε να είναι κατάλληλο για το χειρισμό των ανάλογων μηχανισμών και συσκευών κ.λπ. Βικιλεξικό
- το πληκτρόλογιο της γραφομηχανής / του υπολογιστή / του φωτισμού
- (μουσική, προφορικό το μέρος του μουσικού οργάνου όπου βρίσκονται τα πλήκτρα Βικιλεξικό
- πληκτρολόγιο ενός συνθεσάιζερ / ακορντεόν
Ετυμολογία
πληκτρολόγιο < πλήκτρ(ο) + -ο- + -λόγιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πληκτρολόγιο | πληκτρολόγια |
| Γενική | πληκτρολογίου / πληκτρολόγιου | πληκτρολογίων / πληκτρολόγιων |
| Αιτιατική | πληκτρολόγιο | πληκτρολόγια |
| Κλητική | πληκτρολόγιο | πληκτρολόγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →