πλημμυρίζω
•
- αμετάβατογεμίζω με κάποιο υγρό που έχει ξεφύγει από τον φυσικό του χώρο Βικιλεξικό
- μεταβατικόγεμίζω κάποιο χώρο με ένα υγρό Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηγεμίζω, κατακλύζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλημμυρίζω < μεσαιωνική ελληνική πλημμυρίζω < αρχαία ελληνική πλημυρέω / πλημυρῶ < πλημύρα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλημμυρίζω | πλημμυρίζεις | πλημμυρίζει | πλημμυρίζουμε | πλημμυρίζετε | πλημμυρίζουν / πλημμυρίζουνε |
| Παρατατικός | πλημμύριζα | πλημμύριζες | πλημμύριζε | πλημμυρίζαμε | πλημμυρίζατε | πλημμυρίζαν / πλημμυρίζανε / πλημμύριζαν |
| Αόριστος | πλημμύρισα | πλημμύρισες | πλημμύρισε | πλημμυρίσαμε | πλημμυρίσατε | πλημμυρίσαν / πλημμυρίσανε / πλημμύρισαν |
| Μέλλοντας | θα πλημμυρίζω / θα πλημμυρίσω | θα πλημμυρίζεις / θα πλημμυρίσεις | θα πλημμυρίζει / θα πλημμυρίσει | θα πλημμυρίζουμε / θα πλημμυρίσουμε | θα πλημμυρίζετε / θα πλημμυρίσετε | θα πλημμυρίζουν / θα πλημμυρίζουνε / θα πλημμυρίσουν / θα πλημμυρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλημμυρίσει | έχεις πλημμυρίσει | έχει πλημμυρίσει | έχουμε πλημμυρίσει | έχετε πλημμυρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλημμυρίσει | είχες πλημμυρίσει | είχε πλημμυρίσει | είχαμε πλημμυρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλημμυρίσει / να πλημμυρίζω / να πλημμυρίσω | να έχεις πλημμυρίσει / να πλημμυρίζεις / να πλημμυρίσεις | να έχει πλημμυρίσει / να πλημμυρίζει / να πλημμυρίσει | να έχουμε πλημμυρίσει / να πλημμυρίζουμε / να πλημμυρίσουμε | να έχετε πλημμυρίσει / να πλημμυρίζετε / να πλημμυρίσετε | να πλημμυρίζουν / να πλημμυρίζουνε / να πλημμυρίσουν / να πλημμυρίσουνε |
| Προστακτική | — | πλημμύριζε / πλημμύρισε | — | — | πλημμυρίζετε / πλημμυρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →