Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλημμυρίζω

ρήμα
•
  1. αμετάβατογεμίζω με κάποιο υγρό που έχει ξεφύγει από τον φυσικό του χώρο Βικιλεξικό
  2. μεταβατικόγεμίζω κάποιο χώρο με ένα υγρό Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηγεμίζω, κατακλύζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλημμυρίζω < μεσαιωνική ελληνική πλημμυρίζω < αρχαία ελληνική πλημυρέω / πλημυρῶ < πλημύρα

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπλημμυρίζωπλημμυρίζειςπλημμυρίζειπλημμυρίζουμεπλημμυρίζετεπλημμυρίζουν / πλημμυρίζουνε
Παρατατικόςπλημμύριζαπλημμύριζεςπλημμύριζεπλημμυρίζαμεπλημμυρίζατεπλημμυρίζαν / πλημμυρίζανε / πλημμύριζαν
Αόριστοςπλημμύρισαπλημμύρισεςπλημμύρισεπλημμυρίσαμεπλημμυρίσατεπλημμυρίσαν / πλημμυρίσανε / πλημμύρισαν
Μέλλονταςθα πλημμυρίζω / θα πλημμυρίσωθα πλημμυρίζεις / θα πλημμυρίσειςθα πλημμυρίζει / θα πλημμυρίσειθα πλημμυρίζουμε / θα πλημμυρίσουμεθα πλημμυρίζετε / θα πλημμυρίσετεθα πλημμυρίζουν / θα πλημμυρίζουνε / θα πλημμυρίσουν / θα πλημμυρίσουνε
Παρακείμενοςέχω πλημμυρίσειέχεις πλημμυρίσειέχει πλημμυρίσειέχουμε πλημμυρίσειέχετε πλημμυρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πλημμυρίσειείχες πλημμυρίσειείχε πλημμυρίσειείχαμε πλημμυρίσει——
Υποτακτικήνα έχω πλημμυρίσει / να πλημμυρίζω / να πλημμυρίσωνα έχεις πλημμυρίσει / να πλημμυρίζεις / να πλημμυρίσειςνα έχει πλημμυρίσει / να πλημμυρίζει / να πλημμυρίσεινα έχουμε πλημμυρίσει / να πλημμυρίζουμε / να πλημμυρίσουμενα έχετε πλημμυρίσει / να πλημμυρίζετε / να πλημμυρίσετενα πλημμυρίζουν / να πλημμυρίζουνε / να πλημμυρίσουν / να πλημμυρίσουνε
Προστακτική—πλημμύριζε / πλημμύρισε——πλημμυρίζετε / πλημμυρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →