Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλημμύρα

/pliˈmi.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η υπερχείλιση ποταμού ή λίμνης με αποτέλεσμα το νερό να καλύπτει χερσαίες περιοχές Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάη ραγδαία βροχή που καλύπτει με νερό μια έκταση Βικιλεξικό
    • Υπάρχει κίνδυνος για πλημμύρες τις επόμενες μέρες.
  3. μεταφορικάη, συνήθως ανεπιθύμητη, κάλυψη μιας επιφάνειας ή ενός χώρου με νερό Βικιλεξικό
  4. η πληθώρα, η αφθονία από πράγματα Βικιλεξικό
    • πλημμύρα τηλεγραφημάτων

Ετυμολογία

πλημμύρα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή πλήμυρα με μετακίνηση τόνου. Η γραφή με δύο μ των ομόρριζων αρχαιοελληνικών λέξεων απαντάται σε πολλούς κώδικες και δικαιολογείται ως προϊόν παρετυμολόγησης από το πλήν + μύρομαι (δείτε στις Πηγές το Liddell-Scott στο λήμμα πλημυρίς). Το λεξικό Μπαμπινιώτη προτείνει την γραφή και των νεοελληνικών ομόρριζων λέξεων με ένα μ ως ετυμολογικά ορθή.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλημμύραπλημμύρες
Γενικήπλημμύραςπλημμυρών
Αιτιατικήπλημμύραπλημμύρες
Κλητικήπλημμύραπλημμύρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →