πληρεξούσιος
•
- νομικός όροςπου του έχει εκχωρηθεί το δικαίωμα ενέργειας για λογαριασμό κάποιου άλλου (π.χ. σε δικαιοπραξία) Βικιλεξικό
- Ο πληρεξούσιος Πρέσβυς Γύλλονβεργ ἐβεβαίωσεν ἐκ στόματος τούς πρέσβεις του Βασιλέως Πέτρου (Αθανάσιος Σκιαδάς, Γένος, έθνος, κίνδυνοι και κατορθώματα Πέτρου του πρώτου , Ενετήισιν, 1737 https://www.google.gr/books/edition/Genos_ethos_kindynoi_kai_katorthomata_Pe/PJFSAAAAcAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82&pg=PA421&printsec=frontcover)
- ιστορίαλαϊκός αντιπρόσωπος σε συνέλευση Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπληρεξούσιος: κάποιος που του έχει εκχωρηθεί το δικαίωμα ενέργειας για λογαριασμό άλλου Βικιλεξικό
- Ὁ δὲ Αὔγουστος, ὁ καὶ Ὀκτάβιος λεγόμενος, πληρεξούσιος γενόμενος καθ 'ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ βασιλείου τῆς Ρώμης, εδιαίρεσεν αυτό εις Επαρχίας (Ιστορία Χρονολογική της νήσου Κύπρου, Παρά Νικολάω Γλυκεί τω εξ Ιωαννίνων, Ενετήσιν, 1788, σελ. 135-136 https://www.google.gr/books/edition/Historia_chronologik%C4%93_t%C4%93s_n%C4%93sou_Kypro/itxtvJOb2eYC?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82&pg=PA135&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
πληρεξούσιος < πλήρ(ης) + εξουσι- (< εξουσία) + -ος, μεταφραστικό δάνειο από την ιταλική plenipotenziario ή από τη γαλλική plénipotentiaire
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πληρεξούσιος | πληρεξούσια | πληρεξούσιο |
| Γενική | πληρεξούσιου | πληρεξούσιας | πληρεξούσιου |
| Αιτιατική | πληρεξούσιο | πληρεξούσια | πληρεξούσιο |
| Κλητική | πληρεξούσιε | πληρεξούσια | πληρεξούσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πληρεξούσιοι | πληρεξούσιες | πληρεξούσια |
| Γενική | πληρεξούσιων | πληρεξούσιων | πληρεξούσιων |
| Αιτιατική | πληρεξούσιους | πληρεξούσιες | πληρεξούσια |
| Κλητική | πληρεξούσιοι | πληρεξούσιες | πληρεξούσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →