Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πληροφοριακός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μαθηματικός με κέντρο μελέτης και έρευνας την θεωρία της πληροφορίας Βικιλεξικό
    • Ο Claude Shannon είναι ο σημαντικότερος πληροφοριακός όντας πατέρας της σύγχρονης θεωρίας της πληροφορίας.

Ετυμολογία

πληροφοριακός < πληροφορία + -ακός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπληροφοριακή / πληροφοριακός / πληροφοριακόπληροφοριακές / πληροφοριακοί / πληροφοριακά
Γενικήπληροφοριακής / πληροφοριακού / πληροφοριακούπληροφοριακών / πληροφοριακών / πληροφοριακών
Αιτιατικήπληροφοριακή / πληροφοριακό / πληροφοριακόπληροφοριακές / πληροφοριακούς / πληροφοριακά
Κλητικήπληροφοριακή / πληροφοριακέ / πληροφοριακόπληροφοριακές / πληροφοριακοί / πληροφοριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πληροφοριακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πληροφορία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πληροφοριακός < πληροφορία + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπληροφοριακόςπληροφοριακήπληροφοριακό
Γενικήπληροφοριακούπληροφοριακήςπληροφοριακού
Αιτιατικήπληροφοριακόπληροφοριακήπληροφοριακό
Κλητικήπληροφοριακέπληροφοριακήπληροφοριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπληροφοριακοίπληροφοριακέςπληροφοριακά
Γενικήπληροφοριακώνπληροφοριακώνπληροφοριακών
Αιτιατικήπληροφοριακούςπληροφοριακέςπληροφοριακά
Κλητικήπληροφοριακοίπληροφοριακέςπληροφοριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →