πληροφορώ
•
- δίνω σε κάποιον στοιχεία ή γνώσεις για κάποιο θέμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πληροφορώ < (ελληνιστική κοινή) / πληροφορῶ < αρχαία ελληνική πλήρης + φέρω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική renseigner)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πληροφορώ | πληροφορείς | πληροφορεί | πληροφορούμε | πληροφορείτε | πληροφορούν / πληροφορούνε |
| Παρατατικός | πληροφορούσα | πληροφορούσες | πληροφορούσε | πληροφορούσαμε | πληροφορούσατε | πληροφορούσαν / πληροφορούσανε |
| Αόριστος | πληροφόρησα | πληροφόρησες | πληροφόρησε | πληροφορήσαμε | πληροφορήσατε | πληροφορήσαν / πληροφορήσανε / πληροφόρησαν |
| Μέλλοντας | θα πληροφορήσω / θα πληροφορώ | θα πληροφορήσεις / θα πληροφορείς | θα πληροφορήσει / θα πληροφορεί | θα πληροφορήσουμε / θα πληροφορούμε | θα πληροφορήσετε / θα πληροφορείτε | θα πληροφορήσουν / θα πληροφορήσουνε / θα πληροφορούν / θα πληροφορούνε |
| Παρακείμενος | έχω πληροφορήσει | έχεις πληροφορήσει | έχει πληροφορήσει | έχουμε πληροφορήσει | έχετε πληροφορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πληροφορήσει | είχες πληροφορήσει | είχε πληροφορήσει | είχαμε πληροφορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πληροφορήσει / να πληροφορήσω / να πληροφορώ | να έχεις πληροφορήσει / να πληροφορήσεις / να πληροφορείς | να έχει πληροφορήσει / να πληροφορήσει / να πληροφορεί | να έχουμε πληροφορήσει / να πληροφορήσουμε / να πληροφορούμε | να έχετε πληροφορήσει / να πληροφορήσετε / να πληροφορείτε | να πληροφορήσουν / να πληροφορήσουνε / να πληροφορούν / να πληροφορούνε |
| Προστακτική | — | πληροφόρει / πληροφόρησε | — | — | πληροφορήστε / πληροφορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →