πληροφοριοδότης
•
- κάποιος που δίνει πληροφορίες Βικιλεξικό
- ειδικότεραμυστικός συνεργάτης ο οποίος δίνει πληροφορίες για κάτι στο οποίο δεν έχουμε άμεση πρόσβαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πληροφοριοδότης < πληροφορία + -ο- + δότης (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική informateur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πληροφοριοδότης | πληροφοριοδότες |
| Γενική | πληροφοριοδότη | πληροφοριοδοτών |
| Αιτιατική | πληροφοριοδότη | πληροφοριοδότες |
| Κλητική | πληροφοριοδότη | πληροφοριοδότες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →