Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πληρωτέος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που πρέπει να πληρωθεί Βικιλεξικό
    • Όταν εντολοδόχος ισχυρίζεται ότι έχει κερδίσει το δικαίωμα σε προμήθεια το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο, βασιζόμενοι στη σωστή ερμηνεία της σύμβασης μεταξύ του εντολέα και του εντολοδόχου, το γεγονός που θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί για να είναι πληρωτέα η προμήθεια, έχει στην ουσία πραγματοποιηθεί. (Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, τόμος 8, 1990, σελ. 4722)

Ετυμολογία

πληρωτέος < πληρώνω + -τέος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπληρωτέοςπληρωτέαπληρωτέο
Γενικήπληρωτέουπληρωτέαςπληρωτέου
Αιτιατικήπληρωτέοπληρωτέαπληρωτέο
Κλητικήπληρωτέεπληρωτέαπληρωτέο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπληρωτέοιπληρωτέεςπληρωτέα
Γενικήπληρωτέωνπληρωτέωνπληρωτέων
Αιτιατικήπληρωτέουςπληρωτέεςπληρωτέα
Κλητικήπληρωτέοιπληρωτέεςπληρωτέα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →