Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εισπρακτέος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που πρέπει ή πρόκειται να εισπραχθεί Βικιλεξικό
    • Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπου είχε οδηγηθεί η υπόθεση, είχε κρίνει ότι η υπεύθυνη του γηροκομείου διέπραξε το πλημμέλημα της κατ΄ εξακολούθησης λαθρεμπορίας, καθώς παράνομα χρησιμοποίησε και για ίδιον όφελος «πετρέλαιο θέρμανσης για άλλη εκτός από θέρμανση χρήση, με σκοπό να στερήσει το Δημόσιο από τους εισπρακτέους δασμούς, τέλη και φόρους, οι δε δασμοί και φόροι που στερήθηκε το δημόσιο υπερβαίνουν το ποσό τις 30.000 ευρώ» (ανέρχεται στο ποσό των 66.798 ευρώ). (Ο Άρειος Πάγος αποφασίζει για τη χρήση του πετρελαίου θέρμανσης, Εφημερίδα των Συντακτών, 18/08/2015 https://web.archive.org/web/20160305185616/http://www.efsyn.gr/arthro/o-areios-pagos-apofasizei-gia-ti-hrisi-toy-petrelaioy-thermansis)

Ετυμολογία

εισπρακτέος < εισπράττω + -τέος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεισπρακτέοςεισπρακτέαεισπρακτέο
Γενικήεισπρακτέουεισπρακτέαςεισπρακτέου
Αιτιατικήεισπρακτέοεισπρακτέαεισπρακτέο
Κλητικήεισπρακτέεεισπρακτέαεισπρακτέο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεισπρακτέοιεισπρακτέεςεισπρακτέα
Γενικήεισπρακτέωνεισπρακτέωνεισπρακτέων
Αιτιατικήεισπρακτέουςεισπρακτέεςεισπρακτέα
Κλητικήεισπρακτέοιεισπρακτέεςεισπρακτέα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →