πλιατσικολογώ
•
- αρπάζω ό,τι βρίσκω, κάνω πλιάτσικο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλιατσικολογώ < πλιάτσικο + -ο- + λόγος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλιατσικολογώ | πλιατσικολογείς | πλιατσικολογεί | πλιατσικολογούμε | πλιατσικολογείτε | πλιατσικολογούν / πλιατσικολογούνε |
| Παρατατικός | πλιατσικολογούσα | πλιατσικολογούσες | πλιατσικολογούσε | πλιατσικολογούσαμε | πλιατσικολογούσατε | πλιατσικολογούσαν / πλιατσικολογούσανε |
| Αόριστος | πλιατσικολόγησα | πλιατσικολόγησες | πλιατσικολόγησε | πλιατσικολογήσαμε | πλιατσικολογήσατε | πλιατσικολογήσαν / πλιατσικολογήσανε / πλιατσικολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα πλιατσικολογήσω / θα πλιατσικολογώ | θα πλιατσικολογήσεις / θα πλιατσικολογείς | θα πλιατσικολογήσει / θα πλιατσικολογεί | θα πλιατσικολογήσουμε / θα πλιατσικολογούμε | θα πλιατσικολογήσετε / θα πλιατσικολογείτε | θα πλιατσικολογήσουν / θα πλιατσικολογήσουνε / θα πλιατσικολογούν / θα πλιατσικολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω πλιατσικολογήσει | έχεις πλιατσικολογήσει | έχει πλιατσικολογήσει | έχουμε πλιατσικολογήσει | έχετε πλιατσικολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλιατσικολογήσει | είχες πλιατσικολογήσει | είχε πλιατσικολογήσει | είχαμε πλιατσικολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλιατσικολογήσει / να πλιατσικολογήσω / να πλιατσικολογώ | να έχεις πλιατσικολογήσει / να πλιατσικολογήσεις / να πλιατσικολογείς | να έχει πλιατσικολογήσει / να πλιατσικολογήσει / να πλιατσικολογεί | να έχουμε πλιατσικολογήσει / να πλιατσικολογήσουμε / να πλιατσικολογούμε | να έχετε πλιατσικολογήσει / να πλιατσικολογήσετε / να πλιατσικολογείτε | να πλιατσικολογήσουν / να πλιατσικολογήσουνε / να πλιατσικολογούν / να πλιατσικολογούνε |
| Προστακτική | — | πλιατσικολόγει / πλιατσικολόγησε | — | — | πλιατσικολογήστε / πλιατσικολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →