πλινθοδομώ
•
- λόγιοοικοδομώ με πλίνθους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλινθοδομώ < πλίνθος + -ο- + δομώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλινθοδομώ | πλινθοδομείς | πλινθοδομεί | πλινθοδομούμε | πλινθοδομείτε | πλινθοδομούν / πλινθοδομούνε |
| Παρατατικός | πλινθοδομούσα | πλινθοδομούσες | πλινθοδομούσε | πλινθοδομούσαμε | πλινθοδομούσατε | πλινθοδομούσαν / πλινθοδομούσανε |
| Αόριστος | πλινθοδόμησα | πλινθοδόμησες | πλινθοδόμησε | πλινθοδομήσαμε | πλινθοδομήσατε | πλινθοδομήσαν / πλινθοδομήσανε / πλινθοδόμησαν |
| Μέλλοντας | θα πλινθοδομήσω / θα πλινθοδομώ | θα πλινθοδομήσεις / θα πλινθοδομείς | θα πλινθοδομήσει / θα πλινθοδομεί | θα πλινθοδομήσουμε / θα πλινθοδομούμε | θα πλινθοδομήσετε / θα πλινθοδομείτε | θα πλινθοδομήσουν / θα πλινθοδομήσουνε / θα πλινθοδομούν / θα πλινθοδομούνε |
| Παρακείμενος | έχω πλινθοδομήσει | έχεις πλινθοδομήσει | έχει πλινθοδομήσει | έχουμε πλινθοδομήσει | έχετε πλινθοδομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλινθοδομήσει | είχες πλινθοδομήσει | είχε πλινθοδομήσει | είχαμε πλινθοδομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλινθοδομήσει / να πλινθοδομήσω / να πλινθοδομώ | να έχεις πλινθοδομήσει / να πλινθοδομήσεις / να πλινθοδομείς | να έχει πλινθοδομήσει / να πλινθοδομήσει / να πλινθοδομεί | να έχουμε πλινθοδομήσει / να πλινθοδομήσουμε / να πλινθοδομούμε | να έχετε πλινθοδομήσει / να πλινθοδομήσετε / να πλινθοδομείτε | να πλινθοδομήσουν / να πλινθοδομήσουνε / να πλινθοδομούν / να πλινθοδομούνε |
| Προστακτική | — | πλινθοδόμει / πλινθοδόμησε | — | — | πλινθοδομήστε / πλινθοδομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →