Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλινθοδομώ

/plin.θo.ðoˈmo/ρήμα, θηλυκό
•
  1. λόγιοοικοδομώ με πλίνθους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλινθοδομώ < πλίνθος + -ο- + δομώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπλινθοδομώπλινθοδομείςπλινθοδομείπλινθοδομούμεπλινθοδομείτεπλινθοδομούν / πλινθοδομούνε
Παρατατικόςπλινθοδομούσαπλινθοδομούσεςπλινθοδομούσεπλινθοδομούσαμεπλινθοδομούσατεπλινθοδομούσαν / πλινθοδομούσανε
Αόριστοςπλινθοδόμησαπλινθοδόμησεςπλινθοδόμησεπλινθοδομήσαμεπλινθοδομήσατεπλινθοδομήσαν / πλινθοδομήσανε / πλινθοδόμησαν
Μέλλονταςθα πλινθοδομήσω / θα πλινθοδομώθα πλινθοδομήσεις / θα πλινθοδομείςθα πλινθοδομήσει / θα πλινθοδομείθα πλινθοδομήσουμε / θα πλινθοδομούμεθα πλινθοδομήσετε / θα πλινθοδομείτεθα πλινθοδομήσουν / θα πλινθοδομήσουνε / θα πλινθοδομούν / θα πλινθοδομούνε
Παρακείμενοςέχω πλινθοδομήσειέχεις πλινθοδομήσειέχει πλινθοδομήσειέχουμε πλινθοδομήσειέχετε πλινθοδομήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πλινθοδομήσειείχες πλινθοδομήσειείχε πλινθοδομήσειείχαμε πλινθοδομήσει——
Υποτακτικήνα έχω πλινθοδομήσει / να πλινθοδομήσω / να πλινθοδομώνα έχεις πλινθοδομήσει / να πλινθοδομήσεις / να πλινθοδομείςνα έχει πλινθοδομήσει / να πλινθοδομήσει / να πλινθοδομείνα έχουμε πλινθοδομήσει / να πλινθοδομήσουμε / να πλινθοδομούμενα έχετε πλινθοδομήσει / να πλινθοδομήσετε / να πλινθοδομείτενα πλινθοδομήσουν / να πλινθοδομήσουνε / να πλινθοδομούν / να πλινθοδομούνε
Προστακτική—πλινθοδόμει / πλινθοδόμησε——πλινθοδομήστε / πλινθοδομείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →