δομή
•
- η διάρθρωση ενός συνόλου καθώς και το σύνολο που χαρακτηρίζεται από μία τέτοια διάρθρωση Βικιλεξικό
- πληροφορικήομαδοποίηση δεδομένων ώστε να είναι διαχειρίσιμα ως ομάδα, σαν μία οντότητα (βλ. δομή δεδομένων) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δομή < (ελληνιστική κοινή) (κτίσμα) - η αρχαία σημασία διατηρείται σήμερα στα σύνθετα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δομή | δομές |
| Γενική | δομής | δομών |
| Αιτιατική | δομή | δομές |
| Κλητική | δομή | δομές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →