πλοηγώ
•
- ναυτικός όροςείμαι πλοηγός και οδηγώ με γνώση και επιδέξιους χειρισμούς κάποιο πλοίο σε άγνωστα (για τον καπετάνιο του) και επικίνδυνα νερά Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοδηγώ ή βοηθώ στην οδήγηση κάποιον οδηγό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλοηγώ < πλοηγός + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλοηγώ | πλοηγείς | πλοηγεί | πλοηγούμε | πλοηγείτε | πλοηγούν / πλοηγούνε |
| Παρατατικός | πλοηγούσα | πλοηγούσες | πλοηγούσε | πλοηγούσαμε | πλοηγούσατε | πλοηγούσαν / πλοηγούσανε |
| Αόριστος | πλοήγησα | πλοήγησες | πλοήγησε | πλοηγήσαμε | πλοηγήσατε | πλοήγησαν / πλοηγήσαν / πλοηγήσανε |
| Μέλλοντας | θα πλοηγήσω / θα πλοηγώ | θα πλοηγήσεις / θα πλοηγείς | θα πλοηγήσει / θα πλοηγεί | θα πλοηγήσουμε / θα πλοηγούμε | θα πλοηγήσετε / θα πλοηγείτε | θα πλοηγήσουν / θα πλοηγήσουνε / θα πλοηγούν / θα πλοηγούνε |
| Παρακείμενος | έχω πλοηγήσει | έχεις πλοηγήσει | έχει πλοηγήσει | έχουμε πλοηγήσει | έχετε πλοηγήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλοηγήσει | είχες πλοηγήσει | είχε πλοηγήσει | είχαμε πλοηγήσει | είχατε πλοηγήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω πλοηγήσει / να πλοηγήσω / να πλοηγώ | να έχεις πλοηγήσει / να πλοηγήσεις / να πλοηγείς | να έχει πλοηγήσει / να πλοηγήσει / να πλοηγεί | να έχουμε πλοηγήσει / να πλοηγήσουμε / να πλοηγούμε | να έχετε πλοηγήσει / να πλοηγήσετε / να πλοηγείτε | να πλοηγήσουν / να πλοηγήσουνε / να πλοηγούν / να πλοηγούνε |
| Προστακτική | — | πλοήγησε | — | — | πλοηγήστε / πλοηγείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →