Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλοηγώ

ρήμα
•
  1. ναυτικός όροςείμαι πλοηγός και οδηγώ με γνώση και επιδέξιους χειρισμούς κάποιο πλοίο σε άγνωστα (για τον καπετάνιο του) και επικίνδυνα νερά Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηοδηγώ ή βοηθώ στην οδήγηση κάποιον οδηγό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλοηγώ < πλοηγός + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπλοηγώπλοηγείςπλοηγείπλοηγούμεπλοηγείτεπλοηγούν / πλοηγούνε
Παρατατικόςπλοηγούσαπλοηγούσεςπλοηγούσεπλοηγούσαμεπλοηγούσατεπλοηγούσαν / πλοηγούσανε
Αόριστοςπλοήγησαπλοήγησεςπλοήγησεπλοηγήσαμεπλοηγήσατεπλοήγησαν / πλοηγήσαν / πλοηγήσανε
Μέλλονταςθα πλοηγήσω / θα πλοηγώθα πλοηγήσεις / θα πλοηγείςθα πλοηγήσει / θα πλοηγείθα πλοηγήσουμε / θα πλοηγούμεθα πλοηγήσετε / θα πλοηγείτεθα πλοηγήσουν / θα πλοηγήσουνε / θα πλοηγούν / θα πλοηγούνε
Παρακείμενοςέχω πλοηγήσειέχεις πλοηγήσειέχει πλοηγήσειέχουμε πλοηγήσειέχετε πλοηγήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πλοηγήσειείχες πλοηγήσειείχε πλοηγήσειείχαμε πλοηγήσειείχατε πλοηγήσει—
Υποτακτικήνα έχω πλοηγήσει / να πλοηγήσω / να πλοηγώνα έχεις πλοηγήσει / να πλοηγήσεις / να πλοηγείςνα έχει πλοηγήσει / να πλοηγήσει / να πλοηγείνα έχουμε πλοηγήσει / να πλοηγήσουμε / να πλοηγούμενα έχετε πλοηγήσει / να πλοηγήσετε / να πλοηγείτενα πλοηγήσουν / να πλοηγήσουνε / να πλοηγούν / να πλοηγούνε
Προστακτική—πλοήγησε——πλοηγήστε / πλοηγείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →