πλοηγός
•
- ναυτικός όροςο γνώστης μιας επικίνδυνης θαλάσσιας περιοχής που οδηγεί ένα πλοίο με ασφάλεια σ’ αυτήν την περιοχή, αντικαθιστώντας για λίγο τον καπετάνιο του πλοίου Βικιλεξικό
- περιοδικό σύγγραμμα που συμβάλλει στην ασφαλή ναυσιπλοΐα Βικιλεξικό
- συσκευή εντοπισμού γεωγραφικής θέσης (GPS) που βοηθά κάποιον οδηγό ή πεζοπόρο στην πλοήγηση Βικιλεξικό
- πληροφορικήbrowser, web browser: το πρόγραμμα περιήγησης στο διαδίκτυο Βικιλεξικό
- Όλοι οι πλοηγοί εκτελούν την ίδια εργασία: παρουσιάζουν στην οθόνη τα περιεχόμενα μιας ιστοσελίδας και επιτρέπουν στο χρήστη να αλληλεπιδρά με αυτήν.
Ετυμολογία
πλοηγός < πλόος + -ηγός (1. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική pilot. 3. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική navigator)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλοηγός | πλοηγοί |
| Γενική | πλοηγού | πλοηγών |
| Αιτιατική | πλοηγό | πλοηγούς |
| Κλητική | πλοηγέ | πλοηγοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →