Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλοηγός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςο γνώστης μιας επικίνδυνης θαλάσσιας περιοχής που οδηγεί ένα πλοίο με ασφάλεια σ’ αυτήν την περιοχή, αντικαθιστώντας για λίγο τον καπετάνιο του πλοίου Βικιλεξικό
  2. περιοδικό σύγγραμμα που συμβάλλει στην ασφαλή ναυσιπλοΐα Βικιλεξικό
  3. συσκευή εντοπισμού γεωγραφικής θέσης (GPS) που βοηθά κάποιον οδηγό ή πεζοπόρο στην πλοήγηση Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήbrowser, web browser: το πρόγραμμα περιήγησης στο διαδίκτυο Βικιλεξικό
    • Όλοι οι πλοηγοί εκτελούν την ίδια εργασία: παρουσιάζουν στην οθόνη τα περιεχόμενα μιας ιστοσελίδας και επιτρέπουν στο χρήστη να αλληλεπιδρά με αυτήν.

Ετυμολογία

πλοηγός < πλόος + -ηγός (1. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική pilot. 3. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική navigator)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλοηγόςπλοηγοί
Γενικήπλοηγούπλοηγών
Αιτιατικήπλοηγόπλοηγούς
Κλητικήπλοηγέπλοηγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →