Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλουμιστός

/plu.miˈstos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποστολισμένος, διακοσμημένος με ζωγραφιές ή κεντήματα Βικιλεξικό
    • ...παρά το μόνον που απέμενεν ως κέρδος ήταν η δυνατότητα να αφηγούνται κομπορρήμονες αὐτοὶ «παλικαράδες» τὰς σκιαμαχίας των τάχα μετὰ τῶν ὀπτασιῶν πού, ἂν καὶ ἄϋλοι, ἔφερον ἀπαραιτήτως πλουμιστὰ σαρίκια καὶ ἀστραφτερά γιαταγάνια (Ευγένιος Αρανίτσης, Ιστορίες που άρεσαν σε μερικούς ανθρώπους που ξέρω, εκδ. Ίκαρος, 1995, σελ. 44)
  2. λαϊκότροποπολύχρωμος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλουμιστός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πλουμιστός < πλουμίζω, πλουμισ- + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλουμιστόςπλουμιστήπλουμιστό
Γενικήπλουμιστούπλουμιστήςπλουμιστού
Αιτιατικήπλουμιστόπλουμιστήπλουμιστό
Κλητικήπλουμιστέπλουμιστήπλουμιστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλουμιστοίπλουμιστέςπλουμιστά
Γενικήπλουμιστώνπλουμιστώνπλουμιστών
Αιτιατικήπλουμιστούςπλουμιστέςπλουμιστά
Κλητικήπλουμιστοίπλουμιστέςπλουμιστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →