πλουραλισμός
•
- φιλοσοφίαφιλοσοφική θεωρία που αντιτίθεται στο μονισμό και το δυϊσμό και δέχεται ότι ο κόσμος αποτελείται από πολλαπλά κι αυτοτελή στοιχεία και αρχές Βικιλεξικό
- κοινωνιολογίακοινωνική-πολιτική αρχή που στηρίζεται στην πολλαπλότητα: άνθρωποι ή ομάδες διαφορετικών φυλών, πεποιθήσεων ή αξιών μπορούν να συνυπάρχουν ισότιμα και αρμονικά στα πλαίσια μιας κοινωνίας ή ενός κράτους, διατηρώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, και να ανταγωνίζονται μεταξύ τους Βικιλεξικό
- ειδικότεραη δυνατότητα να εκφράζονται ελεύθερα όλες οι πιθανές απόψεις για ένα ζήτημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλουραλισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική pluralisme < λατινική pluralis (πληθυντικός) < plures < plus < παλαιά λατινική *plous < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή πρωτοϊνδοευρωπαϊκή pleh₁ / *pelh₁u- (πολύς)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλουραλισμός | πλουραλισμοί |
| Γενική | πλουραλισμού | πλουραλισμών |
| Αιτιατική | πλουραλισμό | πλουραλισμούς |
| Κλητική | πλουραλισμέ | πλουραλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →