πλουραλιστικός
•
- που έχει σχέση με τον πλουραλισμό ή τον πλουραλιστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλουραλιστικός < πλουραλιστής + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική pluraliste)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλουραλιστικός | πλουραλιστική | πλουραλιστικό |
| Γενική | πλουραλιστικού | πλουραλιστικής | πλουραλιστικού |
| Αιτιατική | πλουραλιστικό | πλουραλιστική | πλουραλιστικό |
| Κλητική | πλουραλιστικέ | πλουραλιστική | πλουραλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλουραλιστικοί | πλουραλιστικές | πλουραλιστικά |
| Γενική | πλουραλιστικών | πλουραλιστικών | πλουραλιστικών |
| Αιτιατική | πλουραλιστικούς | πλουραλιστικές | πλουραλιστικά |
| Κλητική | πλουραλιστικοί | πλουραλιστικές | πλουραλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →