πλουταίνω
•
- γίνομαι πλούσιος Βικιλεξικό
- κάνω κάποιον πλούσιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλουταίνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλουταίνω | πλουταίνεις | πλουταίνει | πλουταίνουμε | πλουταίνετε | πλουταίνουν / πλουταίνουνε |
| Παρατατικός | πλούταινα | πλούταινες | πλούταινε | πλουταίναμε | πλουταίνατε | πλουταίναν / πλουταίνανε / πλούταιναν |
| Αόριστος | πλούτυνα | πλούτυνες | πλούτυνε | πλουτύναμε | πλουτύνατε | πλουτύναν / πλουτύνανε / πλούτυναν |
| Μέλλοντας | θα πλουταίνω / θα πλουτύνω | θα πλουταίνεις / θα πλουτύνεις | θα πλουταίνει / θα πλουτύνει | θα πλουταίνουμε / θα πλουτύνουμε | θα πλουταίνετε / θα πλουτύνετε | θα πλουταίνουν / θα πλουταίνουνε / θα πλουτύνουν / θα πλουτύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλουτύνει | έχεις πλουτύνει | έχει πλουτύνει | έχουμε πλουτύνει | έχετε πλουτύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλουτύνει | είχες πλουτύνει | είχε πλουτύνει | είχαμε πλουτύνει | είχατε πλουτύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω πλουτύνει / να πλουταίνω / να πλουτύνω | να έχεις πλουτύνει / να πλουταίνεις / να πλουτύνεις | να έχει πλουτύνει / να πλουταίνει / να πλουτύνει | να έχουμε πλουτύνει / να πλουταίνουμε / να πλουτύνουμε | να έχετε πλουτύνει / να πλουταίνετε / να πλουτύνετε | να πλουταίνουν / να πλουταίνουνε / να πλουτύνουν / να πλουτύνουνε |
| Προστακτική | — | πλούταινε / πλούτυνε | — | — | πλουταίνετε / πλουτύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →