πλωρίζω
•
- ναυτικός όρος, βάζω πλώρη για, αποπλέω, ακολουθώ πορεία, κατεύθυνση για, ή αλλάζω κατεύθυνση για Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλωρίζω < πλώρ(η) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλωρίζω | πλωρίζεις | πλωρίζει | πλωρίζουμε | πλωρίζετε | πλωρίζουν / πλωρίζουνε |
| Παρατατικός | πλώριζα | πλώριζες | πλώριζε | πλωρίζαμε | πλωρίζατε | πλωρίζαν / πλωρίζανε / πλώριζαν |
| Αόριστος | πλώρισα | πλώρισες | πλώρισε | πλωρίσαμε | πλωρίσατε | πλωρίσαν / πλωρίσανε / πλώρισαν |
| Μέλλοντας | θα πλωρίζω / θα πλωρίσω | θα πλωρίζεις / θα πλωρίσεις | θα πλωρίζει / θα πλωρίσει | θα πλωρίζουμε / θα πλωρίσουμε | θα πλωρίζετε / θα πλωρίσετε | θα πλωρίζουν / θα πλωρίζουνε / θα πλωρίσουν / θα πλωρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλωρίσει | έχεις πλωρίσει | έχει πλωρίσει | έχουμε πλωρίσει | έχετε πλωρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλωρίσει | είχες πλωρίσει | είχε πλωρίσει | είχαμε πλωρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλωρίσει / να πλωρίζω / να πλωρίσω | να έχεις πλωρίσει / να πλωρίζεις / να πλωρίσεις | να έχει πλωρίσει / να πλωρίζει / να πλωρίσει | να έχουμε πλωρίσει / να πλωρίζουμε / να πλωρίσουμε | να έχετε πλωρίσει / να πλωρίζετε / να πλωρίσετε | να πλωρίζουν / να πλωρίζουνε / να πλωρίσουν / να πλωρίσουνε |
| Προστακτική | — | πλώριζε / πλώρισε | — | — | πλωρίζετε / πλωρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →