πνευματιστής
•
- κάποιος που δέχεται τον πνευματισμό και ασχολείται μ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πνευματιστής < πνευματισμός + -τής ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική spiritiste )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πνευματιστής | πνευματιστές |
| Γενική | πνευματιστή | πνευματιστών |
| Αιτιατική | πνευματιστή | πνευματιστές |
| Κλητική | πνευματιστή | πνευματιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →