Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πνιγηρός

/pni.ʝiˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σε δυσκολεύει να αναπνεύσεις, που σε πνίγει Βικιλεξικό
    • Ἐκάθησο παράφορος / Μὲ χέρια σταυρωμένα, / Κ’ εἶχες τὰ χείλη σπαίροντα, / Τὰ λόγια πνιγηρά. (Γεώργιος Ζαλοκώστας, Ωδή επιθανάτιος, 1850)

Ετυμολογία

πνιγηρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πνιγηρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπνιγηρόςπνιγηρήπνιγηρό
Γενικήπνιγηρούπνιγηρήςπνιγηρού
Αιτιατικήπνιγηρόπνιγηρήπνιγηρό
Κλητικήπνιγηρέπνιγηρήπνιγηρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπνιγηροίπνιγηρέςπνιγηρά
Γενικήπνιγηρώνπνιγηρώνπνιγηρών
Αιτιατικήπνιγηρούςπνιγηρέςπνιγηρά
Κλητικήπνιγηροίπνιγηρέςπνιγηρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →