Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποπνικτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου αποπνίγει, που δυσχεραίνει την αναπνευστική λειτουργία Βικιλεξικό
    • Στην αποπνικτική ατμόσφαιρα που είχε αφήσει πίσω του ένας αέρας ζεστός σαν χαμσίνι, ο Νάσερ με γκρίζο κουστούμι, όρθιος στο ανοιχτό του αυτοκίνητο, περιτριγυρισμένος από τη σωματοφυλακή του, διέσχιζε αργά τους δρόμους της Αλεξάνδρειας, ανασαίνοντας το διακριτικό της άρωμα από τα φούλια και τα γιασεμιά. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μέρες Αλεξάνδρειας, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
  2. μεταφορικάασφυκτικός, καταπιεστικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποπνικτικός < αποπνίγω + -τικός < αρχαία ελληνική ἀποπνίγω < ἀπό + πνίγω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική suffocant)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποπνικτικόςαποπνικτικήαποπνικτικό
Γενικήαποπνικτικούαποπνικτικήςαποπνικτικού
Αιτιατικήαποπνικτικόαποπνικτικήαποπνικτικό
Κλητικήαποπνικτικέαποπνικτικήαποπνικτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποπνικτικοίαποπνικτικέςαποπνικτικά
Γενικήαποπνικτικώναποπνικτικώναποπνικτικών
Αιτιατικήαποπνικτικούςαποπνικτικέςαποπνικτικά
Κλητικήαποπνικτικοίαποπνικτικέςαποπνικτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →