πνιγμονή
•
- η ασφυξία που προκαλείται από απόφραξη των αναπνευστικών οδών λόγω στραγγαλισμού ή άλλης αιτίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πνιγμονή < ελληνιστική κοινή πνῑγμονή < αρχαία ελληνική πνιγμός < πνίγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πνιγμονή | πνιγμονές |
| Γενική | πνιγμονής | πνιγμονών |
| Αιτιατική | πνιγμονή | πνιγμονές |
| Κλητική | πνιγμονή | πνιγμονές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →