πνίγω
•
- προκαλώ το θάνατο κάποιου με ασφυξία είτε βυθίζοντας τον και κρατώντας μέσα σε νερό ή άλλο υγρό είτε χρησιμοποιώντας δηλητηριώδη αέρια ή άλλο μέσο Βικιλεξικό
- Τον έπνιξαν με μαξιλάρι.
- προκαλώ ή παθαίνω δύσπνοια Βικιλεξικό
- Μας πνίγουν τα καυσαέρια.
- στραγγαλίζω Βικιλεξικό
- Την έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια.
- προκαλώ από αμέλεια ή με σκοπιμότητα τον πνιγμό κάποιου στη θάλασσα Βικιλεξικό
- Το πλοίο βούλιαξε και όλο το πλήρωμα πνίγηκε.
- μεταφορικάκαταπιέζω Βικιλεξικό
- Τὸ χέρι ὁποὺ προσφέρετε // ὡς προστασίας σημεῖον // εἰς ξένον ἔθνος, ἔπνιξε // καὶ πνίγει τοὺς λαούς σας, // πάλαι, καὶ ἀκόμα.
- μεταφορικάστενοχωρώ πολύ Βικιλεξικό
- Με πνίγει η αδικία.
Ετυμολογία
πνίγω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πνίγω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πνίγω | πνίγεις | πνίγει | πνίγουμε | πνίγετε | πνίγουν / πνίγουνε |
| Παρατατικός | έπνιγα | έπνιγες | έπνιγε | πνίγαμε | πνίγατε | έπνιγαν / πνίγαν / πνίγανε |
| Αόριστος | έπνιξα / πνίγηκα | έπνιξες | έπνιξε | πνίξαμε | πνίξατε | έπνιξαν / πνίξαν / πνίξανε |
| Μέλλοντας | θα πνίγω / θα πνίξω | θα πνίγεις / θα πνίξεις | θα πνίγει / θα πνίξει | θα πνίγουμε / θα πνίξουμε | θα πνίγετε / θα πνίξετε | θα πνίγουν / θα πνίγουνε / θα πνίξουν / θα πνίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω πνίξει | έχεις πνίξει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πνίξει | είχες πνίξει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πνίξει / να πνίγω / να πνίξω | να έχεις πνίξει / να πνίγεις / να πνίξεις | να πνίγει / να πνίξει | να πνίγουμε / να πνίξουμε | να πνίγετε / να πνίξετε | να πνίγουν / να πνίγουνε / να πνίξουν / να πνίξουνε |
| Προστακτική | — | έχε πνιγμένο / πνίγε / πνίξε | — | — | πνίγετε / πνίξτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πνίγομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →