Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πνιχτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για ήχοπου τον «πνίγουμε», τον εμποδίζουμε να βγει ή ακουστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πνιχτός < ελληνιστική κοινή πνικτός < αρχαία ελληνική πνίγω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπνιχτόςπνιχτήπνιχτό
Γενικήπνιχτούπνιχτήςπνιχτού
Αιτιατικήπνιχτόπνιχτήπνιχτό
Κλητικήπνιχτέπνιχτήπνιχτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπνιχτοίπνιχτέςπνιχτά
Γενικήπνιχτώνπνιχτώνπνιχτών
Αιτιατικήπνιχτούςπνιχτέςπνιχτά
Κλητικήπνιχτοίπνιχτέςπνιχτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →