ποίμνιο
•
- κυριολεκτικάτο κοπάδι, το σύνολο των προβάτων ή άλλων ζώων ενός βοσκού Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο σύνολο των πιστών μιας ενορίας, μιας εκκλησίας κ.λπ. Βικιλεξικό
- Πηγαίνει κι αυτός τώρα στην Αίγυπτο, με την ελπίδα να επαναφέρει στο ποίμνιό του την κόρη του Σάρα, που την αποπλάνησε κάποιος πεζεβέγκης. (Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
Ετυμολογία
ποίμνιο < αρχαία ελληνική ποίμνιον < ποίμνη < ποιμήν
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποίμνιο | ποίμνια |
| Γενική | ποίμνιου / ποιμνίου | ποιμνίων |
| Αιτιατική | ποίμνιο | ποίμνια |
| Κλητική | ποίμνιο | ποίμνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →