Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποίμνιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κυριολεκτικάτο κοπάδι, το σύνολο των προβάτων ή άλλων ζώων ενός βοσκού Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάτο σύνολο των πιστών μιας ενορίας, μιας εκκλησίας κ.λπ. Βικιλεξικό
    • Πηγαίνει κι αυτός τώρα στην Αίγυπτο, με την ελπίδα να επαναφέρει στο ποίμνιό του την κόρη του Σάρα, που την αποπλάνησε κάποιος πεζεβέγκης. (Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)

Ετυμολογία

ποίμνιο < αρχαία ελληνική ποίμνιον < ποίμνη < ποιμήν

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήποίμνιοποίμνια
Γενικήποίμνιου / ποιμνίουποιμνίων
Αιτιατικήποίμνιοποίμνια
Κλητικήποίμνιοποίμνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →