ποιμένας
•
- κυριολεκτικάο βοσκός Βικιλεξικό
- Ὁ αὐλὸς τῶν πτωχῶν μας ποιμένων
- χαιρετῶν τοῦ Ἡλίου τὸν δίσκον,
- ἢ τοῦ πόντου τὸ κῦμ' ἀφρισμένον,
- κ' εἰς τὴν ἄμμον μὲ ψίθυρον θνῆσκον;
- (Ζαν Μορεάς, Προς την αηδόνα), Aπό την συλλογή «Τρυγόνες και έχιδναι», 1878)
- μεταφορικάο χριστιανικός πνευματικός ηγέτης Βικιλεξικό
- ειδικότεραη προσωνυμία που δινόταν στα μέλη του τέταρτου βαθμού (τέταρτη τάξη) της Φιλικής Εταιρείας Βικιλεξικό
- Οι Ποιμένες εις την Εταιρείαν ήσαν ανώτερος βαθμός των Ιερέων και οι Αρχιποιμένες ανώτεροι των Ποιμένων. Οι αφιερωμένοι είχαν ιδιαίτερον όρκον. Αλλά ο όρκος των ιερέων ήτο εκείνος που περιείχε τας ζωηροτέρας εκφράσεις.
Ετυμολογία
ποιμένας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ποιμήν (αιτιατική: ποιμένα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *poh₂imn̥ / *poh₂imen < *peh₂- (προστατεύω) + *-men
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποιμένας | ποιμένες |
| Γενική | ποιμένα / ποιμένος | ποιμένων |
| Αιτιατική | ποιμένα | ποιμένες |
| Κλητική | ποιμένα | ποιμένες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →