ποδήλατο
•
- μέσο μεταφορώνόχημα, κυρίως δίτροχο, που κινεί ο αναβάτης με τα πόδια του, δίνοντας ώθηση στα πετάλια Βικιλεξικό
- Η Μυρτώ, αφού τελείωσε τις εργασίες της, κατευθύνθηκε με το ποδήλατό της προς την οδό Σερίφ για το μάθημα πιάνου. Καθ΄ οδόν σταμάτησε για να αγοράσει ένα καινούργιο πεντάγραμμο από το κεντρικό βιβλιοχαρτοπωλείο. Αλλά ο καταστηματάρχης δεν τη χρέωσε. Χρωστούσε ήδη πολλά στο γιατρό της, είπε. Κι εκείνη τον ευχαρίστησε θερμά και ένιωσε ικανοποίηση και υπερηφάνεια για τον πατέρα της. (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
Ετυμολογία
ποδήλατο: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ποδήλατος (εννοείται όχημα)· απόδοση για τη γαλλική vélocipède. Μορφολογικά αναλύεται σε < θέμα ποδ- (όπως στο αρχαίο πούς) + -ήλατο (ουδέτερο) (< ἐλατός < ἐλαύνω (προχωρώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποδήλατο | ποδήλατα |
| Γενική | ποδήλατου / ποδηλάτου | ποδήλατων / ποδηλάτων |
| Αιτιατική | ποδήλατο | ποδήλατα |
| Κλητική | ποδήλατο | ποδήλατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →