Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποδηλατόδρομος

/po.ði.laˈto.ðɾo.mos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. δρόμος που προορίζεται ειδικά για την κυκλοφορία ποδηλάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποδηλατόδρομος < ποδήλατ(ο) + -ό- + δρόμος, κατά το σιδηρόδρομος, αυτοκινητόδρομος, λεωφορειόδρομος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική piste cyclable

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήποδηλατόδρομοςποδηλατόδρομοι
Γενικήποδηλατόδρομουποδηλατόδρομων
Αιτιατικήποδηλατόδρομοποδηλατόδρομους
Κλητικήποδηλατόδρομεποδηλατόδρομοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ποδηλατοδρόμος

/po.ði.la.toˈðɾo.mos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αθλητής ή αθλήτρια ποδηλατοδρομιών Βικιλεξικό
    • προφορικό συνώνυμο, το διαφορερικό: ποδηλάτης

Ετυμολογία

ποδηλατοδρόμος (μαρτυρείται από το 1895) < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική vélocipédiste κατά τον Κουμανούδη που σημειώνει «κατὰ τὸ ἀρχαῖον ἁρματοδρόμος». Μορφολογικά αναλύεται σε ποδήλατ(ο) + -ο- + -δρόμος.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήποδηλατοδρόμοςποδηλατοδρόμοι
Γενικήποδηλατοδρόμουποδηλατοδρόμων
Αιτιατικήποδηλατοδρόμοποδηλατοδρόμους
Κλητικήποδηλατοδρόμεποδηλατοδρόμοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →