Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποδίσκος

/poˈði.skos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. βοτανικήο μίσχος, ο βλαστός, το κοτσάνι ενός φυτού Βικιλεξικό
    • Οι κεραίες (Είκ. 6) είναι μακριές, νηματοειδείς και πολύαρθρες. Αποτελούνται από 12+2 άρθρα. Το πρώτο στην βάση είναι ο σκήπος ή σκάπος (scapus), ο οποίος είναι τραπεζοειδής, έπειτα ακολουθεί ο μίσχος ή ποδίσκος (pedicel), ο οποίος είναι μικρός και υποσφαιρικός και μετά ακολουθεί το μαστίγιο (flagellum), αποτελούμενο από 12 άρθρα και στα δύο φύλα (Μελέτη της μορφολογίας και βιοοικολογίας κηκιδόμυγας του γένους Asphondylia (near serpylli Kleffer 1898) σε φυτά θυμαριού Coridothym us capitatus (L) στο νησί Σάμος, πτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Ιωάννίνων 2009, σελ. 55 https://web.archive.org/web/20240727142908/https://olympias.lib.uoi.gr/jspui/bitstream/123456789/26334/1/%CE%9C.%CE%95.-%CE%9C%CE%91%CE%9B%CE%91%CE%93%CE%91%CE%A1%CE%97%CE%A3%20%CE%A0%CE%9F%CE%9B%CE%A5%CE%9A%CE%91%CE%A1%CE%A0%CE%9F%CE%A3.pdf)
  2. βοτανικήτο μέρος του άνθους που το συνδέει με το βλαστό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποδίσκος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ποδίσκος < αρχαία ελληνική πούς (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική pédoncule) + -ίσκος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήποδίσκοςποδίσκοι
Γενικήποδίσκουποδίσκων
Αιτιατικήποδίσκοποδίσκους
Κλητικήποδίσκεποδίσκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →