ποδοκρότημα
•
- κρότος που γίνεται με τα πόδια όταν χτυπούν το έδαφος Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποδοκιμασία που γίνεται φανερή με αυτόν τον τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποδοκρότημα < ποδο- + -κρότημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποδοκρότημα | ποδοκροτήματα |
| Γενική | ποδοκροτήματος | ποδοκροτημάτων |
| Αιτιατική | ποδοκρότημα | ποδοκροτήματα |
| Κλητική | ποδοκρότημα | ποδοκροτήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →