χειροκρότημα
•
- το χτύπημα των παλαμών των χεριών μεταξύ τους και ο θόρυβος που προκαλείται με σκοπό να εκφραστεί αποδοχή, επιδοκιμασία ή ενθουσιασμός για κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- Κρότος .... τῶν χειρῶν (Ζ. κροτέω) ὅθεν τό χειροκρότημα πρός ἔνδειξιν τιμῆς ἤ εὐαρεστήσεως (Κωνσταντίνος Μιχαήλ Κουμάς, Λεξικόν διά τους μελετῶντας τά τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων, 1826, σελ. 620)
- Δύο φίλες της από το ωδείο τής είχαν στείλει μηνύματα από το μεσημέρι, αγωνιώντας να μάθουν πώς είχε πάει στη συμμετοχή της στον πρώτο γύρο του διαγωνισμού. Πρόκριση;!!! είχε γράψει η μια, προσθέτοντας εμότικον και χειροκροτήματα. (Ντορίνα Παπαλιού, Η φωνή στα χέρια της, Εκδόσεις Ίκαρος, 2024)
- συνεκδοχικάη εκδήλωση αποδοχής, επιδοκιμασίας ή ενθουσιασμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειροκρότημα (μαρτυρείται από το 1835) < χειροκροτώ + -μα, ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική battement de mains ή (απόδοση) γαλλική applaudissement). Μορφολογικά αναλύεται σε χειρο- + -κρότημα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειροκρότημα | χειροκροτήματα |
| Γενική | χειροκροτήματος | χειροκροτημάτων |
| Αιτιατική | χειροκρότημα | χειροκροτήματα |
| Κλητική | χειροκρότημα | χειροκροτήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →