Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποδοσφαιροποίηση

/po.ðo.sfe.ro.ˈpi.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μειωτικόη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ποδοσφαιροποιώ Βικιλεξικό
    • Ο έμπειρος πολιτικός, επιχειρώντας να αποστασιοποιηθεί από την πόλωση και την «ποδοσφαιροποίηση», όπως λέει, της προεκλογικής περιόδου, επισημαίνει τις δυσκολίες που μας περιμένουν ως χώρα και ως πολίτες την επόμενη μέρα.

Ετυμολογία

ποδοσφαιροποίηση < ποδόσφαιρο + -ποίηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήποδοσφαιροποίησηποδοσφαιροποιήσεις
Γενικήποδοσφαιροποίησηςποδοσφαιροποιήσεων
Αιτιατικήποδοσφαιροποίησηποδοσφαιροποιήσεις
Κλητικήποδοσφαιροποίησηποδοσφαιροποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →