Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποιητική άδεια

ουσιαστικό
•
  1. λογοτεχνίαπαρέκκλιση από κανόνες της γραμματικής, του συντακτικού ή της μετρικής που όμως εξυπηρετεί το λογοτεχνικό κείμενο και την εκφραστικότητά του Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη απόκλιση που επιτρέπει στον εαυτό του κάθε δημιουργός για να επιτύχει το αποτέλεσμα που επιθυμεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποιητική άδεια < → δείτε τις λέξεις ποιητικῇ ἀδείᾳ, ποιητικός και άδεια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήποιητική άδειαποιητικές άδειες
Γενικήποιητικής άδειαςποιητικών αδειών
Αιτιατικήποιητική άδειαποιητικές άδειες
Κλητικήποιητική άδειαποιητικές άδειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ποιητική αδεία

/pi.i.tiˈci aˈði.a/φράση, θηλυκό
•
  1. λόγιομε την ελευθερία του ποιητικού λόγου Βικιλεξικό
    • Είπα ένα ψεματάκι στο προηγούμενο κεφάλαιο, για να προσδώσω στην τοποθέτησή μου–πάντα ποιητική αδεία– μεγαλύτερη έμφαση.
  2. λόγιομε ποιητική άδεια στο στίχο Βικιλεξικό
    • παίρνει ποιητική αδεία (και αυτοδικαίως) το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει το παράδοξο είδος έκφρασης « ασυνείδητη παράσταση »...

Ετυμολογία

ποιητική αδεία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ποιητικῇ ἀδείᾳ (επιρρηματική δοτική: ποιητική άδεια), μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική licence poétique → δείτε τις λέξεις ποιητικός και άδεια)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ποιητικῇ ἀδείᾳ

φράση, θηλυκό
•
  1. καθαρεύουσαποιητική αδεία, με ποιητική άδεια Βικιλεξικό
    • Ὁ Σοφοκλῆς ποιητικῇ ἀδείᾳ ς’ ἠθὰς λέγει ἐπὶ τῆς σημασίας τοῦ ἐθάς (Βαρίνος, το μέγα λεξικόν, Βαρίνου Φαβωρίνου Κάμηρτος, του της Νουκερίας Επισκόπου, Ενετηίσιν, ΛΨΙΒ΄ (1712), εν τη τυπογραφία Αντωνίου του Βόρτολι, https://books.google.gr/books?id=2VJLAAAAcAAJ&dq=%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%20%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CE%B1&pg=PA234#v=onepage&q=%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%20%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CE%B1&f=false)
    • Τὰ μὲν ἐνεργητικὰ μακράν, οἷον τίθημι.... τὰ δὲ παθητικὰ βραχεῖαν, οἷον τίθεμαι... εἰμήπου ποιητικῇ ἀδείᾳ τοὐναντίον ἐν τοῖς παθητικοῖς γένοιτο, ὡς τίθημαι, ἀντὶ τοῦ τίθεμαι... (Σταχυολογία Τεχνολογική κατ'ερωταπόκρισην της γραμματικής τέχνης, Εκδοθείσα παρά Βησσαρίωνος Ιερομονάχου Μακρή, του εξ Ιωαννίνων, νεωστί δε τυπωθείσα μετά Προσθήκης.... επιμελεία και διορθώσει Ιωάννου Ιερέως Αβραμίου του Κρητός, Ενετήισι, 1694, παρά Νικολάω τω Σάρω, σελ. 210 https://books.google.gr/books?id=mUXE3e0mvkwC&dq=%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%20%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CE%B1&pg=PA210#v=onepage&q=%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%20%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CE%B1&f=false)

Ετυμολογία

ποιητικῇ ἀδείᾳ < → δείτε τη λέξη ποιητική αδεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →