Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποικίλτρια

/piˈcil.tɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ύφασμαθηλυκό του ποικιλτής, η κεντήτρα, κεντίστρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποικίλτρια < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ποικίλτρια < ποικιλ(τής) + -τρια, < ποικίλλω > ποικίλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήποικίλτριαποικίλτριες
Γενικήποικίλτριαςποικιλτριών
Αιτιατικήποικίλτριαποικίλτριες
Κλητικήποικίλτριαποικίλτριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →