Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποικιλία

/pi.ciˈli.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολλά και, κυρίως, διαφορετικά πράγματα ή είδη ή μορφές Βικιλεξικό
    • Στο κατάστημά μας θα βρείτε τη μεγαλύτερη ποικιλία από έπιπλα.
    • Το καλοκαίρι βλέπεις στις παραλίες μια ποικιλία ανθρώπων.
    • Ἐσωτερικά ὁ μακρόστενος χῶρος τοῦ νάρθηκα διαρθρώνεται μὲ ἀντικριστές παραστάδες σὲ μικρότερους χώρους στεγασμένους μὲ καμάρες καὶ τυφλοὺς τρούλλους (πίν. 2α), ποὺ διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ ἄρρυθμη ποικιλία (Αγάπη Βασιλάκη-Καρακατσάνη, Οι τοιχογραφίες της Όμορφης Εκκλησίας στην Αθήνα, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρείας, 1971, σελ. 5)
  2. γαστρονομίαγενική ονομασία για πιάτο που σερβίρεται με διάφορους μεζέδες, συνήθως σαν συνοδευτικό ποτού Βικιλεξικό
    • παραγγείλαμε μια ποικιλία για τρία άτομα
  3. ζωολογίαυποδιαίρεση είδους Βικιλεξικό
    • φέτος φυτέψαμε μια ιταλική ποικιλία ντομάτας

Ετυμολογία

ποικιλία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ποικιλία :* για τη ζωολογία και τη βοτανική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική variété

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήποικιλίαποικιλίες
Γενικήποικιλίαςποικιλιών
Αιτιατικήποικιλίαποικιλίες
Κλητικήποικιλίαποικιλίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →