Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποιμαντορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ποιμαντορία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποιμαντορικός < ποιμαντορία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποιμαντορικόςποιμαντορικήποιμαντορικό
Γενικήποιμαντορικούποιμαντορικήςποιμαντορικού
Αιτιατικήποιμαντορικόποιμαντορικήποιμαντορικό
Κλητικήποιμαντορικέποιμαντορικήποιμαντορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποιμαντορικοίποιμαντορικέςποιμαντορικά
Γενικήποιμαντορικώνποιμαντορικώνποιμαντορικών
Αιτιατικήποιμαντορικούςποιμαντορικέςποιμαντορικά
Κλητικήποιμαντορικοίποιμαντορικέςποιμαντορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →