πολεμικός
•
- που έχει σχέση με τον πόλεμο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- κατάλληλος ή ικανός για πόλεμο Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπολεμική Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπολεμικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολεμικός < αρχαία ελληνική πολεμικός < πόλεμος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική polémique ή (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική polemic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολεμικός | πολεμική | πολεμικό |
| Γενική | πολεμικού | πολεμικής | πολεμικού |
| Αιτιατική | πολεμικό | πολεμική | πολεμικό |
| Κλητική | πολεμικέ | πολεμική | πολεμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολεμικοί | πολεμικές | πολεμικά |
| Γενική | πολεμικών | πολεμικών | πολεμικών |
| Αιτιατική | πολεμικούς | πολεμικές | πολεμικά |
| Κλητική | πολεμικοί | πολεμικές | πολεμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →