Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στους πόλους της γης ή στο κλίμα που επικρατεί εκεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολικός < πόλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολικόςπολικήπολικό
Γενικήπολικούπολικήςπολικού
Αιτιατικήπολικόπολικήπολικό
Κλητικήπολικέπολικήπολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολικοίπολικέςπολικά
Γενικήπολικώνπολικώνπολικών
Αιτιατικήπολικούςπολικέςπολικά
Κλητικήπολικοίπολικέςπολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →