πολιορκώ
•
- πραγματοποιώ πολιορκία Βικιλεξικό
- Λέγεται πως αν δεν ήταν ο Καπιτζίμπασης θα είχε διαλυθεί η πολιορκία του Μεσολογγίου. Αν δεν έβλεπαν οι εχθροί που το πολιορκούν την πρόοδο του Ιμπραήμ δεν θα μπορούσαν να τους κρατήσουν στο Μεσολόγγι.
Ετυμολογία
πολιορκώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολιορκέω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →