Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πολτό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολτικός < πολτός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολτικόςπολτικήπολτικό
Γενικήπολτικούπολτικήςπολτικού
Αιτιατικήπολτικόπολτικήπολτικό
Κλητικήπολτικέπολτικήπολτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολτικοίπολτικέςπολτικά
Γενικήπολτικώνπολτικώνπολτικών
Αιτιατικήπολτικούςπολτικέςπολτικά
Κλητικήπολτικοίπολτικέςπολτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →