πολτός
•
- κυριολεκτικάμάζα ή ουσία παχύρρευστη και μαλακή που παράγεται με διάφορους τρόπους από ποικίλες ουσίες και υλικά Βικιλεξικό
- Το φαγητό ήταν υπέροχο, όπως και χτες. Ωμή σαλάτα, ο ζωμός από τα σιγοβρασμένα όσπρια κι από κάτω ο πολτός των οσπρίων, με καυτερή πιπερίτσα, ρίγανη κ.α. μυρωδικά. Με τόσο νόστιμα χορτοφαγικά γεύματα, και κρεοφάγος αν ήσουν, θα εγκατέλειπες για πάντα την κρεοφαγία. (Ευάγγελος Γράψας, Ο Αχρημάς - Μέρος 1, Ο Καλαμάνθρωπος και τα Μαγικά Χαλιά του, εκδ. Ακακία, 2011 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9F_%CE%91%CF%87%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%AC%CF%82_%CE%9C%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82_1/2ry0BgAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AC%22&pg=PT39&printsec=frontcover)
- μεταφορικάοτιδήποτε μοιάζει με πολτό Βικιλεξικό
- μεταφορικάμια άμορφη και ασυγκρότητη μάζα ή σύνολο πραγμάτων ή προσώπων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πόλτος με μετακίνηση τόνου, πιθανόν κατά το πελτές
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολτός | πολτοί |
| Γενική | πολτού | πολτών |
| Αιτιατική | πολτό | πολτούς |
| Κλητική | πολτέ | πολτοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →