Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολτοποιήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δυνατόν να πολτοποιηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολτοποιήσιμος < πολτοποιώ + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολτοποιήσιμοςπολτοποιήσιμηπολτοποιήσιμο
Γενικήπολτοποιήσιμουπολτοποιήσιμηςπολτοποιήσιμου
Αιτιατικήπολτοποιήσιμοπολτοποιήσιμηπολτοποιήσιμο
Κλητικήπολτοποιήσιμεπολτοποιήσιμηπολτοποιήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολτοποιήσιμοιπολτοποιήσιμεςπολτοποιήσιμα
Γενικήπολτοποιήσιμωνπολτοποιήσιμωνπολτοποιήσιμων
Αιτιατικήπολτοποιήσιμουςπολτοποιήσιμεςπολτοποιήσιμα
Κλητικήπολτοποιήσιμοιπολτοποιήσιμεςπολτοποιήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →