Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυθεϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την πολυθεΐα Βικιλεξικό
  2. που αφορά πολλούς θεούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυθεϊκός < πολυθεΐα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυθεϊκόςπολυθεϊκήπολυθεϊκό
Γενικήπολυθεϊκούπολυθεϊκήςπολυθεϊκού
Αιτιατικήπολυθεϊκόπολυθεϊκήπολυθεϊκό
Κλητικήπολυθεϊκέπολυθεϊκήπολυθεϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυθεϊκοίπολυθεϊκέςπολυθεϊκά
Γενικήπολυθεϊκώνπολυθεϊκώνπολυθεϊκών
Αιτιατικήπολυθεϊκούςπολυθεϊκέςπολυθεϊκά
Κλητικήπολυθεϊκοίπολυθεϊκέςπολυθεϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →